σωφρονισμός

σωφρονισμός
ο ΝΜΑ [σωφρονίζω]
τιμωρία που γίνεται για παραδειγματισμό (α. «ο σωφρονισμός δεν απέδωσε» β. «τῷ προσήκοντι ὑποβάλλεσθαι σωφρονισμῷ», Βασιλικά)
μσν.-αρχ.
σωφροσύνης εγκράτεια («ἔδωκεν ὁ Θεὸς Πνεῡμα δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῡ», ΚΔ).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σωφρονισμός — teaching of morality masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωφρονισμός — ο 1. συνετισμός, λογίκευση. 2. τιμωρία, παραδειγματισμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σωφρονισμοῖς — σωφρονισμός teaching of morality masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωφρονισμοί — σωφρονισμός teaching of morality masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωφρονισμοῦ — σωφρονισμός teaching of morality masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωφρονισμῶ — σωφρονισμός teaching of morality masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωφρονισμῶν — σωφρονισμός teaching of morality masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωφρονισμῷ — σωφρονισμός teaching of morality masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωφρονισμόν — σωφρονισμός teaching of morality masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διόρθωση — η (AM διόρθωσις) [διορθώ] 1. επαναφορά στο σωστό, αποκατάσταση 2. εξάλειψη τών λαθών εντύπου ή γραπτού νεοελλ. 1. βελτίωση, καλυτέρευση, διαρρύθμιση 2. το γραπτό ή έντυπο κείμενο για τον έλεγχο και την αποκατάσταση τών σφαλμάτων 3. στρατ. τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”